Έθιμα

Οι Μωμόγεροι

Οι Μωμόγεροι (γνωστό και ως Μωμόεροι ή Μωμοέρια είναι ένα ποντιακό λαϊκό δρώμενο το οποίο λαμβάνει χώρα το 12ήμερο Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά – Θεοφάνια με ευχετηριακό χαρακτήρα. Παραλλαγή μπορεί να θεωρηθεί το έθιμο Ραγκουτσάρια που συναντάται στην περιοχή της Κοζάνης και της Καστοριάς, Οι ρίζες του εθίμου βρίσκονται στους προ-χριστιανικούς χρόνους αλλά οι Πόντιοι έδωσαν αργότερα χριστιανικό χαρακτήρα.
Στο δρώμενο αυτό παρουσιάζεται η αναγέννηση της φύσης με την αλλαγή του νέου έτους και έχει σκοπό σάτιρας. Στο δρώμενο αναπαρίσταται η ιστορία του Κιτί Γοτσά. Στο έθιμο αυτό, παραδοσιακά μέρος των συμμετεχόντων φοράνε τομάρια ζώων όπως λύκων και τράγων ενώ άλλοι ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά και έχουν την μορφή γεροντικών προσώπων.
Το δρώμενο λαμβάνει χώρα το όπου ο θίασος παραδοσιακά τριγυρνά στις αυλές των σπιτιών. Στο δρώμενο οι πρωταγωνιστές είναι τρεις, ο γέρος Κιτί Γοτσά, η νύφη και ο «αράπης». Η αλλαγή του χρόνου και η αναγέννηση της φύσης συμβολίζεται με τη νύφη η οποία φλερτάρει με τον νέο (ο νέος είναι ο χαρακτήρας «αράπης»). Στο δρώμενο εναλλάσσεται η απαγωγή της νύφης από τον νέο «αράπη» με τον γέρο Κιτί Γοτσά.

Ποντιακή βάφτιση

Η βάπτιση του παιδιού γινόταν συνήθως πριν από τη συμπλήρωση σαράντα ημερών από τη γέννηση του και λεγόταν φωτίσα. Το πρώτο παιδί το βάφτιζε αυτός που στεφάνωνε το ζευγάρι «για να λυθούν τα σταυρωμένα χέρια του».
Σε έκτακτες περιστάσεις, όπως όταν κινδύνευε να πεθάνει το άρρωστο βρέφος κι έπρεπε να το βαφτίσουν βιαστικά, κάποτε και με αεροβάπτισμα, δεξάμενος γινόταν οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος.
Για τα επόμενα παιδιά συνήθως το καθένα είχε το δικό του δεξάμενο. Η επιλογή σ” αυτές τις περιπτώσεις γινόταν μεταξύ συνομηλίκων, φίλων, συγγενών ή κάποιου που πρόσφερε κάποτε εκδούλευση στους γονείς.
Την επιλογή έκαναν συχνά οι μειζέτεροι (πρεσβύτεροι) της οικογένειας του παιδιού. Δεν έλειπαν και τα παρασκήνια: έμμεσα ζητούσαν κάποιοι και ιδίως οι άτεκνοι να βαφτίσουν κάποιο παιδί, για ν” αποκτήσουν κι αυτοί παιδί. Αν όμως η επιλογή τους γινόταν απροειδοποίητα, αυτό το θεωρούσαν μεγάλη τύχη.
Για βρέφος κεροζύγιαστον, επιλέγονταν ως δεξάμενοι δύο δίδυμοι ετερόφυλοι. Κεροζύγιαστον είναι το ζυγισμένο παιδί, με αντίβαρο κερί. Όταν το ένα μετά το άλλο τα παιδιά μια οικογένειας γεννιούνταν νεκρά ή πέθαιναν σε μικρό χρονικό διάστημα μετά τη γέννησή τους, για να επιβιώσει το επόμενο παιδί, έκαναν, ανάμεσα στις άλλες μαγικοθρησκευτικές ενέργειες και το κεροζύγιασμα. Δηλαδή ετοίμαζαν τη ζυγαριά και μόλις, γεννιόταν το παιδί, πριν ακόμα το ακουμπήσει η μαμή κάπου, το τοποθετούσε από τη μια μεριά της ζυγαριάς και από την άλλη έβαζαν ως αντίβαρο κερί ακατέργαστο ή διαμορφωμένο σε κεριά και λαμπάδες. Το κερί αυτό το πρόσφεραν μετά στην εκκλησία στο συγκεκριμένο Άγιο, που το είχαν τάξει.
Τα αγόρια είχαν δεξάμενο και τα κορίτσια δεξαμέντζαν. Τα δίδυμα βαπτίζονταν από διαφορετικούς δεξάμενους του δικού τους φύλου.
Στο νονό (δεξάμενον) έστελναν για σημάδι πρόσκλησης κόκκινη λαμπάδα, μια πετσέτα και οι πλούσιοι ένα αρνί αρματωμένο, δηλαδή στολισμένο με λουλούδια και άλλα στολίδια στο σώμα και στα κέρατα. Ο κουμπάρος ψώνιζε τα βαφτιστικά του μωρού και το δώρο που θα έκανε στη μητέρα του μωρού. Δώρο ψώνιζε και η μητέρα για τον κουμπάρο. Ένας ή δύο συγγενείς ή φίλοι πήγαιναν με ένα καλάθι γαρίφαλα και καλούσαν τον κόσμο δίνοντας τους από ένα.
Ο κουμπάρος έφερνε στην εκκλησία δυο κουβάδες με ζεστό νερό για την κολυμπήθρα. Το μωρό το έφερνε στην εκκλησία κάποιος συγγενής και εκεί αφού το έπαιρνε ο κουμπάρος του έδινε λεφτά. Την ώρα της βάφτισης έριχναν λεφτά μέσα στην κολυμπήθρα, τα οποία και έπαιρνε πίσω αυτός που τα έριχνε. Φωτιστέρα έλεγαν δυο πανιά, που το ένα κρεμιόταν από το λαιμό του νονού και το άλλο απλωνόταν πάνω στο άλλο για να βάλουν το βρέφος μετά τη βάπτιση.
Την ορισμένη μέρα και ώρα ο δεξάμενος ερχόταν στο σπίτι του βρέφους με αλάι. Από “κει πήγαινε η πομπή στην εκκλησία για τη βάπτιση. Σ” άλλα μέρη πήγαιναν κατευθείαν με το αλάι του στην εκκλησία. Η ονοματοθεσία ήταν δικαίωμα του δεξάμενου.
Μόλις δινόταν το όνομα, έτρεχαν τα παιδιά στη μητέρα, η οποία έμενε σ” όλη τη διάρκεια του μυστηρίου στο σπίτι και της αναγγέλλανε το όνομα του παιδιού με τις φράσεις: «φως σ” ομμάτα σ” εσέγκαν ατό…». Όταν τέλειωνε η βάφτιση σήκωναν τον κουμπάρο ψηλά και φώναζαν « Άξιος ». Δύο κορίτσια έπαιρναν το νερό της κολυμπήθρας, το έχυναν σε καθαρό μέρος και ο κουμπάρος τις έδινε λεφτά. Αντί για μπομπονιέρες μοίραζαν στον κόσμο καραμέλες, λεφτά και μικρά σταυρουδάκια. Ο νονός χάριζε στο βαφτιστικό του (δεξιμάτ”) σταυρό, ρούχα και παπούτσια, ενώ οι γονείς του βαφτισιμιού χάριζαν σ” αυτόν πουκάμισο, κάλτσες κ.α. που τα έλεγαν συντεκνάτ’κα.
Ο κουμπάρος πήγαινε στο σπίτι της μητέρας, όπου η ίδια γονάτιζε τρεις φορές, του φιλούσε το χέρι και έπαιρνε το μωρό. Τότε ο κουμπάρος της έλεγε: «Σου παραδίνω το βαφτιστικό μου, να το προσέξεις σαν τα μάτια κι απ” τη φωτιά κι απ” όλα τα κακά». Στη συνέχεια ακολουθούσε το γλέντι. Όταν ο κουμπάρος έφευγε από το σπίτι πήγαινε πάνω από την κούνια του μωρού, το φιλούσε και του έριχνε λεφτά. Το ίδιο έκαναν και άλλοι συγγενείς.
Ο δεξάμενον είχε υποχρεώσεις απέναντι στον αναδεξιμιό του. Εκτός από τα συνηθισμένα δώρα που του έκανε κατά καιρούς και ιδίως ένα καλό ντύσιμο (ρούχα, παπούτσια, κ.λ.π.), έπρεπε να δείχνει ζωηρό ενδιαφέρον για τη ζωή του (μόρφωση, επαγγελματική αποκατάσταση, γάμος). Τον στεφάνωνε ο ίδιος ή ο γιος του.
Ο νονός εκτιμούνταν ιδιαίτερα από τους γονείς του βαπτισθέντος και έβρισκε ιδιαίτερη περιποίηση, όταν επισκεπτόταν το σπίτι του βαπτιστικού του. Για το νονό ή τη νονά ο βαφτισιμιός ήταν το δεξιμάτιν (το κορίτσι, η δεξιματέα). Το δεξιμάτιν σ” όλη του τη ζωή ήταν υποχρεωμένο να προσαγορεύει το νονό του με το « δεξάμενε » και τη νονά με το « δεξαμένε » ή το « δεξαμέντζα ». Έπρεπε ακόμα να τους τιμά με καλαντίσματα, συχνές επισκέψεις στο σπίτι τους, με εκδουλεύσεις, κ.λ.π. Τέλος έπρεπε να τους ανάβει κερί μετά που πέθαιναν.
Σύμφωνα με την παράδοση απαγορευόταν ο γάμος μεταξύ των βαπτιστικών του ίδιου νονού, που θεωρούνταν σιτ” γαρτασού (γαλατάδελφα) .

Ποντιακά έθιμα Χριστουγέννων

Οι Γιορτινές προετοιμασίες του χειμερινού κύκλου ξεκινούσαν τον Δεκέμβρη, στη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν μελόπιτες και βαρβάρα με σιτάρι, καλαμπόκι και φασόλια και τα μοίραζαν σε γείτονες και παιδιά. Τις μελόπιτες τις ετοίμαζε κάποιος ηλικιωμένος από την οικογένεια με μέλι, σιτάρι, καρύδια, και αλεύρι, προσφορά της γειτονιάς. Σύμφωνα με το έθιμο, με το μέλι της πίτας σχημάτιζαν σταυρό στην πόρτα του σπιτιού.

Στις 15 του Δεκέμβρη, στις αγροτικές περιοχές γιόρταζαν τα « Αλώα» στους αγρούς για τη ευόδωση των καρπών της γης, ένα έθιμο που σήμερα έχει εκλείψει.

Για τα Χριστούγεννα, σε πολλά μέρη του Πόντου, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να παρασκευάζουν πίτες από καλαμποκάλευρο, αλευροχαλβά, κατμέρια και τον «πουρμά», ένα σιροπιαστό γλυκό που θύμιζε το σαραϊγλί. Στην Τραπεζούντα τις παραμονές των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές απαραιτήτως ζύμωναν κουλούρια για το σπίτι και τα ζώα. Επίσης ζύμωναν τα χριστόψωμα τα οποία περιείχαν καρύδια και όταν ψήνονταν τα περίχυναν με μέλι. Πάνω στο χριστόψωμο κεντούσαν με αμύγδαλα τη γέννηση του Χριστού. Στόλιζαν ένα τραπέζι δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο, με διάφορα γιορτινά καλούδια κι ένα εικόνισμα, αφιερωμένο στην Παναγία, το « Τραπέζι της Παναγίας». Στην Ινέπολη του νομού Κασταμονής, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν για τα Χριστούγεννα τα παραδοσιακά γλυκά « κετέ», «ιτσλί» και «κατμέρια». Στην Αμάσεια, τα βασικά γιορτινά εδέσματα ήταν το κεσκέκι, το σουμπορεγί και το τζεβιζλί τσορέκ. Διαδεδομένο υλικό για τις πίτες ήταν το χασισόλαδο και οι χασισόσποροι τους οποίους επεξεργαζόταν όπως τους κόκκους του καφέ. Καβουρντίζανε τους σπόρους σ’ ένα τηγάνι χωρίς λάδι ώσπου να πάρουν μαύρο χρώμα και να βγάλουν το λάδι τους .

Τη νύχτα της 24ης Δεκεμβρίου, παραμονή των Χριστουγέννων, «εθύμιζαν» τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα με λύρα και με νταούλζουρνά. Γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού παρέα με τους μωμόγερους, αψηφώντας το τσουχτερό κρύο και με αραιούς πυροβολισμούς και ψάλλοντας τα κάλαντα θύμιζαν τη γένεση του θεανθρώπου. Στα ορεινά του Πόντου λέγανε τα κάλαντα και την ημέρα γιατί οι καιρικές συνθήκες ήταν συχνα απαγορευτικές για έξοδο την νύχτα. Οι «καλαντάδες» εκτός από τη συνοδεία της λύρας, φρόντιζαν να φέρουν μαζί τους και ένα στολισμένο καράβι, φτιαγμένο από χαρτόνι και λεπτό σανίδι για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Συνήθως φώτιζαν τα καραβάκια τους με κεριά, ενώ κάθε ομάδα προσπαθούσε να φτιάξει το πιο όμορφο και φανταχτερά στολισμένο, εν είδη συναγωνισμού. Προτού αρχίσουν να ψάλλουν, ένας της παρέας έλεγε μεγαλόφωνα τον πολυχρονισμό, αρχίζοντας από τον αρχηγό της οικογένειας και τελειώνοντας και στο πιο μικρό παιδί και σ’ αυτούς τους ξενιτεμένους: «Ο Θεός να πολυχρονίζ’ τον κύριο τάδε…και στη συνέχεια έψαλλαν:

«Καλημέρα σας και πολλούς χρόνους
ύγειαν και χαρά στον νοικοκύρη
ύγειαν και χαρά στα παλικάρια.

Έξω στην αυλή και στο παλάτι
στέκουν θυμίζουν τα παλικάρια,
στέκουν θυμίζουν εσένα, αφέντη.

Έ αφέντη μας, μα μη κοιμάσαι΄.
Οψεζνί βραδύ καλή βραδύ έν,
οψεζνί βραδύ Χριστός γεννέθεν,
οψές γεννέθεν και αύριο εστάθεν,
γράφει γράμματα, βαστά βαγγέλια,
γράφει γράμματα και πάλ’ εγνώθι,
αρχοντόπουλο και καλαμιόνι,
μύρος έτουνε και μυροϊδόνι
και μυρόδισεν όλον τον κόσμον,
εμυρόδισε κ’ εσένα, αφέντη.

Έ αφέντη μας, να μη κοιμάσαι,
άψο το κερί κι έλα σήν πόρτα.»

Με τον τελευταίο στίχο «άψο το κερί κι έλα σήν πόρτα», ο νοικοκύρης, με αναμμένο κερί στο χέρι, θ’ ανοίξει την πόρτα και θα υποδεχτεί όλους χαρούμενος και γελαστός.

Οι νοικοκυρές, χαρούμενες και γελαστές, πρόσφερναν άφθονα καρύδια, μήλα, τσίρα και ούβας σ’ όλους. Ο αρχηγός της οικογένειας με την κανάτα γεμάτη κρασί στο χέρι, κερνούσε κρασι. Μετά το κρασοπότι, η Σχολική Επιτροπή, από τους γεροντότερους του χωριού, εισέπραττε ό,τι πρόσφερναν σ’ αυτήν υπέρ του σχολείου, χρήματα, νήμα κανναβένιο, καλαμπόκι, φασόλια, καννάβι, ακατέργαστο κ.ά.

Στο χωριό Ζησινώ ψαλλόταν και το εξής τροπάριο:

«Ιδού ο χρόνος πέρασε
και ήρθεν η ημέρα
της του Χριστού γεννήσεως
και ταύτη τη εσπέρα.

Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται,
χαίρει η κτήσις όλη.

Εντός της φάτνης τίκτεται
υπό σπηλαίου θόλου
ο βασιλεύς των ουρανών
και ποιητής των όλων.

Τρεις μαγιδώους έτρεφε
μια Συρία χώρα,
βαστούσαν σμύρναν και χρυσόν
και λίβανον ως δώρα.

Χοροί αγγέλων ψάλλουσι
το δόξα εν υψίστοις
και υπό ποιμένων άδεται
του Σύμπαντος ο κτίστης.

Ως οδηγόν υπέρλαμπρον
αστέρα ακολουθούσι.
Ελθόντες εις το σπήλαιον
το βρέφος προσκυνούσιν.»

Τα Ποντιακά Κάλαντα των Χριστουγέννων, που είναι και τα πιο διαδεδομένα, περιέχουν όλη τη ζωή του θεανθρώπου, από τη στιγμή της Γέννησης του, μέχρι τη στιγμή της Σύλληψης του, χωρίς όμως να προχωρούν και στη Σταύρωση του, γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με το χαρμόσυνο γεγονός των Χριστουγέννων.

Χριστός γεννέθεν χαράν σον κόσμον
χα! καλή ώρα, καλή σ΄ μέρα
χα! καλόν παιδίν οψέ γεννέθεν

οψέ γεννέθεν ουρανοστάθεν
τον εγέννεσεν η Παναγία
τον ενέστεσεν αε παρθένος

Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι
κι εκατήβεν σο στραυροδρόμι
σταυροδρόμι και μυροδρόμι.

Ερπαξάν ατόν οι χιλ Εβραίοι
χιλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι
χιλ Εβραίοι και μύρι Εβραίοι.

Α σ ακροντικά κι α σην καρδίαν
αίμα έσταξεν χολήν κι εφάνθεν
ούμπαν έσταξεν και μύρος έτον
μύρος έτον και μυρωδία.

Εμυρίστεν ατό ο κόσμος όλον
για μυρίστ ατό κι εσύ αφένταμ
συ αφένταμ καλέμ αφένταμ.
Ερθαν τη Χριστού τα παλικάρια
και θυμίζνε τον νοικοκύρην
νοικοκύρην και βασιλέαν.

Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν
δος μας ούβας και λεφτοκάρα
κι αν ανιοιείς μας χαρά σην πόρτα σ

Ακούστε τα εδώ 

Ποντιακός Γάμος

Στους Έλληνες του Πόντου πιο διαδεδομένος ήταν ο όρος χαρά, που υπογράμμιζε το χαρμόσυνο τούτο γεγονός. Η ιεροτελεστία του ποντιακού γάμου, η ιερότητα του συζυγικού δεσμού, η λαϊκή αντίληψη και πίστη στο ηθικό και κοινωνικό του περιεχόμενο εναρμονίζονται πλήρως με το ουσιαστικό περιεχόμενο του ορισμού του γάμου, που έδωσε ο Ερ. Μοδεστίνος: « Γάμος εστίν ανδρός και γυναικός συνάφεια και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία.»[1] Οι Πόντιοι πάντρευαν τα παιδιά τους πολύ νωρίς, συνήθως, 20-23 χρόνων τα αγόρια και σε μικρότερη ηλικία τα κορίτσια. Αν το κορίτσι περνούσε το εικοστό έτος συνήθιζαν να τη λένε γεροντοκόρη. Πολλές φορές οι γονείς λογόδιναν την κόρη τους όταν αυτή έπαιζε με τα παιδάκια της γειτονιάς. Την τύχη της κοπέλας όριζε ο δυναμικός πατέρας, αφού η συγκατάνευσή της στο γάμο ήταν περιττή. Ούτε όμως και ο νέος μπορούσε να έχει τη δική του γνώμη για τη μελλοντική του σύζυγο. Ο λόγος του πατέρα ήταν νόμος απαράβατος. Η ψυχολογική βία δημιουργούσε ψυχολογική αντι-βία, η οποία μην μπορώντας αλλιώς να αντιδράσει, γινόταν διαλάλημα της μούσας και ταυτόχρονα μήνυμα προς τον ιερέα:
Η ψύ” την ψυν όντας κι ‘θελ
Ποπά ντο στεφανώνεις;
Δυο μαχαίρα δίστομα
Ε συ φερτς κι ανταμώνεις!
Όταν οι δυο ψυχές δεν αγαπιούνται,
Παπά πώς στεφανώνεις;
Μαχαίρια δυο δίστομα,
Φέρνεις κι ανταμώνεις!
Η συγκατάθεση των γονιών για το γάμο της κόρης τους λεγόταν λογόπαρμαν. Η πρώτη συμφωνία για την ημέρα του γάμου γινόταν στα «τελειώματα», στο «ψαλάφεμαν». Αλλά όταν πλησίαζε ο καιρός του γάμου πήγαιναν 7-8 μέρες πριν από τη στέψη, το βράδυ συνήθως, οι στενοί συγγενείς του νέου, στο σπίτι της κόρης και έπαιρναν το λόγο, δηλαδή την τελευταία διαβεβαίωση. Έλεγαν: «Εμείς λέγομε σα οχτώ απάν να εφτάμε το γάμον. Ντο λέτε κι εσείς;». Όταν συμφωνούσαν για την ημερομηνία, γινόταν το κέρασμα της νύφης, ομελέτα ή τζαμούρ με μπόλικο βούτυρο. Τότε μάλιστα κλείδωναν κι ένα λουκέτο και το έβαζαν στην τσέπη του γαμπρού. Θα το ξεκλείδωνε όταν πήγαινε να σμίξει με τη νύφη, στη νυφική παστάδα το βράδυ της Δευτέρας.
Στον Πόντο δεν υπήρχε ο αναχρονιστικός θεσμός της προίκας. Η νύφη έκανε δώρα μόνο στο γαμπρό, στα καινούρια γονικά και στους κοντινούς συγγενείς. Παρόλα αυτά συνηθιζόταν να μεταφέρουν τα πράγματα (προίκα) της νύφης πάνω σε κάρο, συνοδευόμενο από λυράρη που έπαιζε τραγούδια του γάμου, προσκαλώντας τον κόσμο (λάλεμα) στη «χαρά».

ΤΟ ΠΑΡΧΑΡΕΜΑΝ

Την Πρωτομαγιά οι Πόντιοι πήγαιναν να τη γιορτάσουν στα παρχάρια (τόποι θερινών διακοπών). Έπαιρναν μαζί τους και τα ζώα.

Την παραμονή της Πρωτομαγιάς η οικοδέσποινα έδενε στην αλυσίδα του κουδουνιού σταυρούς από κλαδιά αγριομηλιάς και πρόσθετε ένα ματοζίνυχο (ματόχαντρο), ένα κόκκινο πανί και ένα κεφάλι σκόρδο. Έλεγε και ευχές, όπως: «στείρα να πας και γαστρωμέντσα να έρθεσαι» (άγονη να πας και έγκυος να έρθεις), «όσα εδέκα σε άλλα ατόσα να φέρτσ με» ( Όσα σου έδωσα, άλλα τόσα να μου φέρεις).

Ο κόσμος ξεχυνόταν στα βοσκοτόπια και άφηναν ελεύθερα τα ζώα να βόσκουν. Μαζευόταν στις βρύσες και ξεκουραζόταν κάτω από τα έλατα. Μετά άρχιζαν τους χορούς και τα τραγούδια με τους μελωδικούς ήχους της λύρας.

Στα παρχάρια τα ζώα τα φύλαγαν οι βουκόλοι (βοσκοί).

Το άρμεγμα γινόταν κάθε πρωί, απόγευμα ή βράδυ.

ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΕΘΙΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

Οι πόντιοι περίμεναν με αγωνία την Ανάσταση και το Πάσχα γιατί νήστευαν όχι μόνο από το φαγητό αλλά και από τη διασκέδαση.
Νήστευαν μικροί και μεγάλοι. Για να μην ζητάνε τα μικρά παιδιά να φάνε οι μητέρες κρεμούσαν στη μέση του δωματίου ένα μεγάλο κρεμμύδι με φτερά και έλεγαν ότι είναι ο άγγελος που ήρθε να πάρει την ψυχή όποιου δεν κρατάει νηστεία. Έτσι σιγά σιγά μάθαιναν και οι μικροί να κρατάνε νηστεία όλη τη Σαρακοστή.
Τα βράδυ της Ανάστασης μικρές παρέες παιδιών πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι να ψάλλουν τα κάλαντα και στο τέλος έδιναν την ευχή: «και πάντα και τη χρον». Μετά έμπαιναν στα σπίτια, φιλούσαν τα χέρια όλων, έπαιρναν δώρο και έφευγαν. Ύστερα ερχόταν οι μεγάλοι και έψαλλαν τα κάλαντα με τα όργανα.
Την ημέρα του Πάσχα φορούσαν καινούριες φορεσιές και με τις λίρες έβγαιναν στις πλατείες χορεύοντας και τραγουδώντας.

Translate »
eXTReMe Tracker